ΕλληνικάEnglishDeutschRussian

book-now-button

  • Antica Dimora
  • Antica Dimora
  • Antica Dimora
  • Antica Dimora
  • Antica Dimora
  • Antica Dimora

ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΑΝΑΔΡΟΜΗ

ΜΝΗΜΕΣ ΤΗΣ ΟΙΚΙΑΣ ΧΟΜΠΙΤΗ Ι.ΙΩΣΗΦ (ANTICA DIMORA)

Η οικία ιδιοκτησίας Χομπίτη Ι. Ιωσήφ βρίσκεται στην οδό Αγίας Βαρβάρας στην καρδιά του ιστορικού κι επί σειρά αιώνων εμπορικού κέντρου της πόλης του Ρεθύμνου. Η ανέγερσή της τοποθετείται στις αρχές του 19ου αιώνα με σαφέστατες αρχιτεκτονικές επιρροές του κλασικισμού που επικρατούσε την περίοδο αυτή σε όλη την Ευρώπη.

Ο Ιωσήφ Χομπίτης, έμπορος, την αγόρασε ως κατοικία του στις αρχές του 20ου αιώνα από τον Τούρκο Αγά της πόλης αντί 110 χρυσών λιρών. Εδώ αξίζει να αναφερθεί ότι ο Ιωσήφ Χομπίτης έδωσε τις 100 λίρες που διέθετε κι έμεινε το χρέος των 10 λιρών.

Το 1924 με την ανταλλαγή των πληθυσμών Ελλάδας – Τουρκίας ο Τούρκος Αγάς έφυγε για τη Μικρά Ασία χωρίς να έχει εισπράξει το υπόλοιπο των 10 λιρών. Κατόπιν τούτου ο Ι. Χομπίτης ενημέρωσε τα παιδιά του ότι στο χρηματοκιβώτιο του υπήρχαν οι 10 λίρες, οι οποίες προορίζονταν αποκλειστικά για την τακτοποίηση του χρέους του και για κανένα λόγο να μη διατεθούν για άλλο σκοπό.

Ο Τούρκος αξιωματούχος, μετά την επιστροφή του στην Τουρκία, έκανε συνεχείς αναφορές στα παιδιά και στα εγγόνια του για τον δεσμό εκτίμησης και φιλίας που άφησε πίσω του στο Ρέθυμνο με τον Ιωσήφ Χομπίτη, άνθρωπο σπάνιου ήθους, όπως έλεγε χαρακτηριστικά. Ένας εγγονός του ήρθε στην Κρήτη το 1987, 5 χρόνια πριν από το θάνατο του Ι. Χομπίτη, για να συναντήσει τον άνθρωπο για τον οποίο είχε ακούσει τόσα από τον παππού του χωρίς να γνωρίζει τίποτα για το χρέος των 10 λιρών, αφού ουδέποτε είχε αναφερθεί σ’ αυτό ο παππούς του. Η πρώτη ενέργεια του Ι. Χομπίτη μόλις έμαθε την ταυτότητα του επισκέπτη του κι εμφανώς συγκινημένος ήταν να ανοίξει το χρηματοκιβώτιο του και να δώσει τις 10 λίρες που επιμελώς  φύλασσε τόσα χρόνια.

Από προφορικές μαρτυρίες είναι γνωστό ότι για το θαυμάσιο από αρχιτεκτονικής άποψης αυτό κτίσμα εργάστηκαν οι 70 καλύτεροι τεχνίτες της εποχής εκείνης και για την ολοκλήρωσή του απαιτήθηκαν 6 χρόνια. Επίσης οι ταβανογραφίες του που υπήρχαν σε όλα σχεδόν τα δωμάτια, αλλά δυστυχώς δεν διασώθηκαν στο σύνολό τους, φιλοτεχνήθηκαν από ζωγράφο που ήρθε ειδικά γι’ αυτόν το σκοπό από τη Βενετία.

Ο ρόλος της οικίας αυτής στην ιστορία συνεχίζεται και κατά τη γερμανική κατοχή, αφού εκεί έβρισκαν φιλοξενία οι αντάρτες από το Ροδάκινο κι εκεί φυλάσσονταν και διάφορα έγγραφα της αντίστασης.

Ακόμη επιφανείς Έλληνες πολιτικοί κατά τη διάρκεια των επισκέψεών τους στο Ρέθυμνο είχαν φιλοξενηθεί σ’ αυτήν, όπως ο Σοφοκλής Βενιζέλος, ο Γεώργιος και ο Ανδρέας Παπανδρέου και ο Παύλος Βαρδινογιάννης, όπως και άλλα μέλη της οικογένειας Βαρδινογιάννη. Επίσης, η σύζυγος του υπουργού Αρώνη, η οποία και κατά καιρούς φιλοξενούνταν στην οικία, μαζί με την σύζυγο του Ι.Χομπίτη, Αντιγόνη Χομπίτη, ίδρυσαν τον σώμα Ελλήνων οδηγών Ρεθύμνου, του οποίου και πρόεδρος ήταν η Αντιγόνη Ι. Χομπίτη.

Στα σαλόνια της πάρθηκαν σημαντικές αποφάσεις για την απελευθέρωση της Κρήτης, όπως η παράδοση από τους Γερμανούς του κλειδιού της πόλης των Χανίων, πρωτεύουσας της Κρήτης, στον Αντιστράτηγο Αναστάσιο Χομπίτη, αδελφό του Ιωσήφ Χομπίτη, στον οποίο και ανατέθηκε η Γενική Διοίκηση της Κρήτης.

Το 2006 ο  Παντελής Χομπίτης μαζί με τον γιο του Ιωσήφ, γιος και εγγονός του Ιωσήφ Ι. Χομπίτη, ως ιδιοκτήτες της Π.Χομπίτης ΑΕ, στην οποία και ανήκει πλέον το οίκημα, αποφάσισαν να ξεκινήσουν τις διαδικασίες για την κήρυξή του ως νεότερου μνημείου και στη συνέχεια να προβεί στις εργασίες αναπαλαίωσής του.

Ενώ το αρχικό σχέδιο ήταν να παραμείνει ως τόπος κατοικίας της οικογένειάς, σωστά επικράτησε η άποψη της μετατροπής του σε ξενώνα πολυτελείας, δίνοντας έτσι τη δυνατότητα σε όσο το δυνατόν περισσότερους επισκέπτες να μείνουν εκεί και να νιώσουν την αρχιτεκτονική και ιστορική μνήμη του ιδιαίτερου αυτού οικοδομήματος, δεδομένου ότι κατά τη μετατροπή του σε ξενώνα το κυρίαρχο συναίσθημα ήταν η ευθύνη και ο σεβασμός στην αρχιτεκτονική και την ιστορικότητά του.

Τα παραπάνω υλοποιήθηκαν με ιδία συμμετοχή, με την υπαγωγή στον αναπτυξιακό νόμο 3299/2004 και τη χρηματοδότηση από την Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος.

Τελειώνοντας, κι από τη θέση αυτή θα θέλαμε να ευχαριστήσουμε όλους όσοι συνέβαλλαν στην πραγματοποίηση και ολοκλήρωση του έργου και ιδιαίτερα τον αρχιτέκτονα Μίνωα Αλεφαντινό και τον μηχανικό Γεώργιο Καρινιωτάκη, καθώς και τα συνεργεία που κατά καιρούς εργάστηκαν σ’ αυτό.